navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › ποδίσκος

ποδίσκος

ο, ουσ.

  1. μικρό πόδι
  2. (ναυτ.) είδος πρόποδα με τον οποίο συνδέεται το κάτω άκρο του πρωραίου λώματος των τριγωνικών και τραπεζοειδών ιστίων, αλλιώς: μπάνιο
  3. (βοταν.) το κοτσάνι του φυτού.

Ετυμολογία

< μτγν. ποδίσκος < αρχ. πούς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ποδίσκος», σ. 680. https://navalhistory.gr/lexiko/ποδισκοσ/