δακτύλιος
ο, ουσ.
- το δαχτυλίδι
- οτιδήποτε έχει κυκλικό σχήμα
- (αστρον.) σύνολο μικρών πλανητών
- περιμετρική ζώνη σε αστικά κέντρα που απαγορεύει τη διέλευση, κυρίως, οχημάτων
- (ναυτ.) κρίκος στην κορυφή της άγκυρας πάνω στον οποίο δένεται η αλυσίδα
- κολάρο μηχανών
- (φρ.) «δακτύλιος ανάρτησης / πρόσδεσης / μεταλλικός / απόστασης / στροφείου / αντισταθμιστικός / εκτονωτικός / ενισχυτικός / ασφαλείας / ελαστικού / καλύμματος κινητήρα / λιπάνσεως / στεγανότητας αερίων / αυλακωτός / μονωτικός / περιστροφικός / σκοπευτικός».
Ετυμολογία
< δάκτυλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δακτύλιος», σ. 198. https://navalhistory.gr/lexiko/δακτυλιοσ/