navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δακτύλιος

δακτύλιος

ο, ουσ.

  1. το δαχτυλίδι
  2. οτιδήποτε έχει κυκλικό σχήμα
  3. (αστρον.) σύνολο μικρών πλανητών
  4. περιμετρική ζώνη σε αστικά κέντρα που απαγορεύει τη διέλευση, κυρίως, οχημάτων
  5. (ναυτ.) κρίκος στην κορυφή της άγκυρας πάνω στον οποίο δένεται η αλυσίδα
  6. κολάρο μηχανών
  7. (φρ.) «δακτύλιος ανάρτησης / πρόσδεσης / μεταλλικός / απόστασης / στροφείου / αντισταθμιστικός / εκτονωτικός / ενισχυτικός / ασφαλείας / ελαστικού / καλύμματος κινητήρα / λιπάνσεως / στεγανότητας αερίων / αυλακωτός / μονωτικός / περιστροφικός / σκοπευτικός».

Ετυμολογία

< δάκτυλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δακτύλιος», σ. 198. https://navalhistory.gr/lexiko/δακτυλιοσ/