σάρωθρο
το, ουσ.
- η σκούπα, φρόκαλο
- (ειδικότ.) τροχοφόρο που διαθέτει μηχάνημα με περιστρεφόμενο κύλινδρο και ενσωματωμένες ίνες στα άκρα για τον καθαρισμό των δρόμων
- (ναυτ.) ειδική διάταξη των ναρκαλιευτικών πλοίων που χρησιμεύει για τον εντοπισμό και την ανατίναξη των ναρκών, (φρ.) «σάρωθρο επαφής / επαγωγής».
Ετυμολογία
< μσν. σάρωτρον < σαρώ(νω) + [επίθημα] -θρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σάρωθρο», σ. 747. https://navalhistory.gr/lexiko/σαρωθρο/