ισχίο
το, ουσ.
- (ανατ.) οι κοιλότητες εντός των οποίων βρίσκονται οι αρθρώσεις του μηριαίου οστού, συνών. γοφός
- (ναυτ.) η πλευρική επιφάνεια των εξάλων [= το τμήμα του πλοίου από την ίσαλο γραμμή και πάνω] προς το μέρος της πρύμης που καμπυλώνει, αλλιώς: γοφός (quarter), (φρ.) «προσήνεμο / υπήνεμο ισχίο».
Ετυμολογία
< αρχ. ἰσχίον.
Παράγωγα
ισχιακός.
Σύνθετα
ισχιαλγία > ισχιαλγικός, ισχιοτομία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ισχίο», σ. 376. https://navalhistory.gr/lexiko/ισχιο/