navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ντο(υ)νανμάς

ντο(υ)νανμάς

ο, ουσ.

  1. (ναυτ.) στόλος
  2. δημόσιος πανηγυρισμός
  3. φωταψία.

Ετυμολογία

< τουρκ. donanma [= 1. στόλος, ναυτικές δυνάμεις, 2. στόλισμα, 3. εξοπλισμός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ντο(υ)νανμάς», σ. 586. https://navalhistory.gr/lexiko/ντουνανμασ/