navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πλοηγεσία

πλοηγεσία

η, ουσ.

(ναυτ.) η καθοδήγηση από τον πλοηγό, ιδιωτικής εταιρείας ή λιμενικής αρχής, ξένου φορτηγού ή επιβατικού πλοίου, σε τμήμα θαλάσσιας περιοχής που εγκυμονεί κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον ελλιμενισμό των διαφόρων σκαφών, των ισχυρών θαλάσσιων ρευμάτων, του ανάγλυφου του πυθμένα, των στενών περασμάτων, διωρύγων κ.λπ. συνών. πλοήγηση, πλοηγία.

Ετυμολογία

< πλοηγώ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλοηγεσία», σ. 675. https://navalhistory.gr/lexiko/πλοηγεσια/