navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πόστα1

πόστα1

η, ουσ.

  1. [παρωχ.] αργή αμαξοστοιχία σε αντιδιαστολή προς την ταχεία
  2. (γενικότ.) το ταχυδρομείο
  3. (ναυτ.) [ιδιωματικό] νομέας [δες λ.] πλοίου
  4. (ναυτ.) [ιδιωματικό] ο φορτωτήρας πλοίου που χρησιμοποιείται σε φορτοεκφόρτωση
  5. (ναυτ.) [ιδιωματικό] η βάρδια - ομάδας λιμενεργατών που απασχολείται στη φορτοεκφόρτωση, ανά φορτωτήρα, ή κύτος (αμπάρι), επί του πλοίου ή από τον προβλήτα
  6. (ναυτ.) ξύλο που στηρίζουν τις βάρκες όταν είναι συρμένες στη στεριά.

Ετυμολογία

< ιταλ. posta [= μεταφορά επιβατών και ταχυδρομείου με άμαξες].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πόστα1», σ. 692. https://navalhistory.gr/lexiko/ποστα1/