μπορ(ν)τάδα
Και: μπορτετζάδα
η, ουσ.
- (ναυτ.) α) καθεμιά από τις διαδρομές ιστιοφόρου που πλαγιοδρομεί, αλλιώς: βόλτα, β) (κατ’ επέκτ.) το μήκος τής διαδρομής
- ομοβροντία των πυροβόλων της μιας πλευράς του πλοίου.
Ετυμολογία
< ιταλ. bordata.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπορ(ν)τάδα και μπορτετζάδα», σ. 549. https://navalhistory.gr/lexiko/μπορνταδα-και-μπορτετζαδα/