navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φούσκα

φούσκα

η, ουσ.

φούσκα, εικόνα από το έντυπο
  1. ελαστική μεμβράνη, που εσωκλείει αέρα ή κάποιο άλλο αέριο
  2. α) φυσαλίδα, β) φλύκταινα, φουσκάλα
  3. (μτφ.) μεγαλεπήβολο σχέδιο που κατά την εκτέλεσή του αποδεικνύεται ασήμαντο
  4. (ναυτ.) α) το μέρος του πλοίου που είναι πάνω από την ίσαλο γραμμή, β) ιστίο σκάφους
  5. (ζωολ.) είδος θαλάσσιου οστρακοειδούς που τρώγεται ωμό, συνήθως, σε χώρες μεσογειακές, η επιστ. του ονομ.: Microcosmus sabatieri [διώνυμο], γνωστό και ως σπινιάλο.

Ετυμολογία

< αρχ. (δωρ. διάλεκτος) φύσκη (αττ. τ. φύσκα) [= παραγεμισμένο έντερο, φουσκάλα].

Σύνθετα

σαπουνόφουσκα, τσιχλόφουσκα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φούσκα», σ. 896. https://navalhistory.gr/lexiko/φουσκα/