φούσκα
η, ουσ.

- ελαστική μεμβράνη, που εσωκλείει αέρα ή κάποιο άλλο αέριο
- α) φυσαλίδα, β) φλύκταινα, φουσκάλα
- (μτφ.) μεγαλεπήβολο σχέδιο που κατά την εκτέλεσή του αποδεικνύεται ασήμαντο
- (ναυτ.) α) το μέρος του πλοίου που είναι πάνω από την ίσαλο γραμμή, β) ιστίο σκάφους
- (ζωολ.) είδος θαλάσσιου οστρακοειδούς που τρώγεται ωμό, συνήθως, σε χώρες μεσογειακές, η επιστ. του ονομ.: Microcosmus sabatieri [διώνυμο], γνωστό και ως σπινιάλο.
Ετυμολογία
< αρχ. (δωρ. διάλεκτος) φύσκη (αττ. τ. φύσκα) [= παραγεμισμένο έντερο, φουσκάλα].
Σύνθετα
σαπουνόφουσκα, τσιχλόφουσκα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φούσκα», σ. 896. https://navalhistory.gr/lexiko/φουσκα/