μπόσης
ο, ουσ.
- (ναυτ.) ο ναύκληρος, ο λοστρόμος του σκάφους
- το αφεντικό, ο προϊστάμενος.
Ετυμολογία
< αγγλ. [boss = αφεντικό] ίσως σε συνδυασμό με το αγγλ. boatswain [= λοστρόμος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μπόσης», σσ. 549-550. https://navalhistory.gr/lexiko/μποσησ/