navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναυκληρία

ναυκληρία

η, ουσ.

(ναυτ.)

  1. το αξίωμα του ναύκληρου και το έργο που προσφέρει ο ίδιος
  2. το να έχει κάποιος δικό του πλοίο.

Ετυμολογία

< αρχ. ναύκληρ(ος) -ία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυκληρία», σ. 561. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυκληρια/