εμβάλλω
ρ. [μετβ.]
- βάζω κάποιο αντικείμενο μέσα σε άλλο, τοποθετώ (κάτι) εντός, συνών. βάζω, ενθέτω, αντών. βγάζω, εξάγω, εκβάλλω
- προκαλώ κάτι, εμπνέω, συνών. δημιουργώ, εμποιώ, εμφυσώ, ενσταλάζω
- (ναυτ.) εμβολίζω, τρακάρω.
Ετυμολογία
< αρχ. ἔμβολον < ἐμβάλλω < ἐν + βάλλω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εμβάλλω», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/εμβαλλω/