εξάρτια
Και: ξάρτια
τα, ουσ. [σπανίως στον ενικ. ξάρτι]
- (ναυτ.) σχοινιά που χρησιμεύουν για την υποστήριξη των ιστών και των επιστηλίων των ιστιοφόρων, κρεμάμενα, (φρ.) «εξάρτια προβόλου (μποπρέσου) και δορατίου (μπαστουνιού) / στήλης ιστού / κλίμακας / προφυλακτήρα»,
- τα σχοινιά που συνδέουν τις ακτίνες του ανεμόμυλου με τις άκρες του άξονα περιστροφής, η αρμποραδούρα.
Ετυμολογία
< μσν. ξάρτι(ον).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «εξάρτια και ξάρτια», σ. 277. https://navalhistory.gr/lexiko/εξαρτια-και-ξαρτια/