navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κανό

κανό

το, άκλ. ουσ.

  1. (ναυτ.) μικρό στενόμακρο πλεούμενο [μονόξυλο] με ίδια αιχμηρή πλώρη και πρύμνη, κατάλληλο για πλεύση σε λίμνες και ποτάμια
  2. (αθλητ.) α) πλαστικό αγωνιστικό σκάφος, β) αγώνες λεμβοδρομίας με τέτοιο σκάφος.

Ετυμολογία

< γαλλ. canot < ισπαν. canoa [= βάρκα] < canoa, λ. από γλώσσα των ιθαγενών της Καραϊβικής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανό», σ. 400. https://navalhistory.gr/lexiko/κανο/