παραστάτης
ο, παραστάτρια, η, ουσ.
- αυτός που στέκεται δίπλα σε κάτι ή σε κάποιον με σκοπό την υποστήριξή του, ο συμπαραστάτης, αλλά και ο προστάτης
- αυτός που συνοδεύει τον σημαιοφόρο τιμητικά
- (ναυτ.) [πληθ.] α) κολονάκια για την πρόσδεση των παραρρυμάτων [δες λ.], μπίντα [= πάσσαλος πρόσδεσης], β) «παραστάτες στείρας» αλλιώς «μπαμπάδες του κορακιού».
Ετυμολογία
< αρχ. παραστάτης < παρίσταμαι < παρ(ά)- + ἵσταμαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παραστάτης», σ. 635. https://navalhistory.gr/lexiko/παραστατησ/