ευθεία,[1]
η, ουσ.
- (μαθημ.) γραμμή με σταθερή κατεύθυνση που ξεκινά από ένα σημείο και καταλήγει χωρίς παρακάμψεις σε άλλο, η συντομότερη διαδρομή μεταξύ δύο σημείων, [πληθ.] «ευθείες παράλληλες / αντιπαράλληλες / ασύμβατες / τεμνόμενες», (ναυτ.) «η ευθεία του ανέμου», η κατεύθυνσή του
- ο ίσιος δρόμος, δρόμος χωρίς στροφές.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐθεῖα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευθεία,[1]», σ. 314. https://navalhistory.gr/lexiko/ευθεια-1/