navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › επανάγω

επανάγω

ρ. [μετβ.]

  1. φέρνω κάτι ή κάποιον σε προηγούμενη θέση ή κατάσταση, επαναφέρω
  2. (ναυτ.) οδηγώ πάλι το πλοίο στη θάλασσα
  3. (νομ.) εφεσιβάλλω δικαστική απόφαση.

Ετυμολογία

< επ(ί) + ανά + [αρχ.] ἄγω [= οδηγώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επανάγω», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναγω/