επανάγω
ρ. [μετβ.]
- φέρνω κάτι ή κάποιον σε προηγούμενη θέση ή κατάσταση, επαναφέρω
- (ναυτ.) οδηγώ πάλι το πλοίο στη θάλασσα
- (νομ.) εφεσιβάλλω δικαστική απόφαση.
Ετυμολογία
< επ(ί) + ανά + [αρχ.] ἄγω [= οδηγώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επανάγω», σ. 282. https://navalhistory.gr/lexiko/επαναγω/