navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Μ › μυάγρα

μυάγρα

η, ουσ.

  1. φάκα, ποντικοπαγίδα
  2. (ναυτ.) φωτιστική συσκευή αποτελούμενη από τρεις λαμπτήρες που ρίχνουν το φως μόνο προς τα πίσω.

Ετυμολογία

< αρχ. μῦς, γεν. μυός [= ποντικός] + [αρχ.] ἄγρα [= κυνήγι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μυάγρα», σ. 555. https://navalhistory.gr/lexiko/μυαγρα/