μυάγρα
η, ουσ.
- φάκα, ποντικοπαγίδα
- (ναυτ.) φωτιστική συσκευή αποτελούμενη από τρεις λαμπτήρες που ρίχνουν το φως μόνο προς τα πίσω.
Ετυμολογία
< αρχ. μῦς, γεν. μυός [= ποντικός] + [αρχ.] ἄγρα [= κυνήγι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μυάγρα», σ. 555. https://navalhistory.gr/lexiko/μυαγρα/