navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αναπρωρίζω

αναπρωρίζω

ρ. [μετβ.]

(ναυτ.) οδηγώ το πλοίο κόντρα στον άνεμο, αναπλωρίζω, αναπρωρώ, ορτσάρω.

Ετυμολογία

< ανα + πρώρ(α) + - ίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναπρωρίζω», σ. 83. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπρωριζω/