navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατάδυση

κατάδυση

η, ουσ.

η ενέργεια του καταδύομαι, αντών. ανάδυση,

  1. το βούλιαγμα κάποιου πράγματος στο νερό
  2. η βουτιά στη θάλασσα, στο ποτάμι ή στη λίμνη, κάποιου ατόμου είτε φορώντας αναπνευστική συσκευή είτε όχι, δηλ. σε «ελεύθερη κατάδυση»
  3. (ναυτ.) για υποβρύχια κατασκευή που βυθίζεται σε μικρά η μεγάλα βάθη
  4. (εκκλ.) «κατάδυση του Σταυρού», η βύθιση του Σταυρού στο νερό την ημέρα των Θεοφανίων
  5. (αθλητ.) [πληθ.] καταδύσεις, άθλημα του άλματος ή πτώσης στο νερό από μια πλατφόρμα ή από τραμπολίνο [αλλιώς: αναπηδητήριο] που ανήκει στα ολυμπιακά αγωνίσματα
  6. (φρ.) «εμπορική / υπεράκτια / παράκτια / πυρηνική / επιστημονική / στρατιωτική / αστυνομική / καταδυτική / αυτόνομη κατάδυση».

Ετυμολογία

< μτγν. κατάδυ(σις) -ση, [= βύθιση στο νερό], [για την 3η ερμ.] σημδ. από την γαλλ. immersion.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάδυση», σσ. 415-416. https://navalhistory.gr/lexiko/καταδυση/