κατάδυση
η, ουσ.
η ενέργεια του καταδύομαι, αντών. ανάδυση,
- το βούλιαγμα κάποιου πράγματος στο νερό
- η βουτιά στη θάλασσα, στο ποτάμι ή στη λίμνη, κάποιου ατόμου είτε φορώντας αναπνευστική συσκευή είτε όχι, δηλ. σε «ελεύθερη κατάδυση»
- (ναυτ.) για υποβρύχια κατασκευή που βυθίζεται σε μικρά η μεγάλα βάθη
- (εκκλ.) «κατάδυση του Σταυρού», η βύθιση του Σταυρού στο νερό την ημέρα των Θεοφανίων
- (αθλητ.) [πληθ.] καταδύσεις, άθλημα του άλματος ή πτώσης στο νερό από μια πλατφόρμα ή από τραμπολίνο [αλλιώς: αναπηδητήριο] που ανήκει στα ολυμπιακά αγωνίσματα
- (φρ.) «εμπορική / υπεράκτια / παράκτια / πυρηνική / επιστημονική / στρατιωτική / αστυνομική / καταδυτική / αυτόνομη κατάδυση».
Ετυμολογία
< μτγν. κατάδυ(σις) -ση, [= βύθιση στο νερό], [για την 3η ερμ.] σημδ. από την γαλλ. immersion.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάδυση», σσ. 415-416. https://navalhistory.gr/lexiko/καταδυση/