ευνή
η, ουσ.
- (αρχ.) εὐνή, ἡ, [στην επική ποίηση] 1. κρεβάτι, κλίνη, κοίτη [Όμηρ.]
- στρώμα, [Όμηρ.]
- [λέγεται για ζώα] φωλιά ελαφιού [Όμηρ.], φωλιά λαγού [Ξεν.], φωλιά πουλιού [Σοφ.]
- νυφικό κρεβάτι, νυφική, συζυγική κλίνη [Όμηρ.]
- το τελευταίο κρεβάτι κάποιου, ο τάφος [Αισχύλ.]
- (ναυτ.) [πληθ.], εὐναί, πέτρες που χρησίμευαν ως άγκυρες στα Ομηρικά χρόνια και στα χρόνια του Ησιόδου, ρίχνονταν απ’ την πλώρη κατά τη χρονική στιγμή που η πρύμνη προσδενόταν στην ξηρά, [πηγή: Liddell & Scott]
- (ναυτ.) αγκύριο ναρκών από χυτοσίδηρο ή σκυροκονίαμα.
Ετυμολογία
< αρχ. εὐνή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευνή», σσ. 316-317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευνη/