navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › ευνή

ευνή

η, ουσ.

  1. (αρχ.) εὐνή, ἡ, [στην επική ποίηση] 1. κρεβάτι, κλίνη, κοίτη [Όμηρ.]
  2. στρώμα, [Όμηρ.]
  3. [λέγεται για ζώα] φωλιά ελαφιού [Όμηρ.], φωλιά λαγού [Ξεν.], φωλιά πουλιού [Σοφ.]
  4. νυφικό κρεβάτι, νυφική, συζυγική κλίνη [Όμηρ.]
  5. το τελευταίο κρεβάτι κάποιου, ο τάφος [Αισχύλ.]
  6. (ναυτ.) [πληθ.], εὐναί, πέτρες που χρησίμευαν ως άγκυρες στα Ομηρικά χρόνια και στα χρόνια του Ησιόδου, ρίχνονταν απ’ την πλώρη κατά τη χρονική στιγμή που η πρύμνη προσδενόταν στην ξηρά, [πηγή: Liddell & Scott]
  7. (ναυτ.) αγκύριο ναρκών από χυτοσίδηρο ή σκυροκονίαμα.

Ετυμολογία

< αρχ. εὐνή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ευνή», σσ. 316-317. https://navalhistory.gr/lexiko/ευνη/