πλάβα
η, ουσ.

(ναυτ.) παραδοσιακός τύπος πλατυπύθμενης λιμναίας βάρκας, δηλ. χωρίς καρίνα ή με υποτυπώδη καρίνα, με ένα ή δύο κουπιά που το δεύτερο λειτουργεί ως πηδάλιο, σπάνια με ένα πανί που θυμίζει λατίνι, ποταμόβαρκα, η ελόβαρκα, η βαλτόβαρκα.
Ετυμολογία
< βουλγ. ρ. plavam [= πλέω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πλάβα», σ. 667. https://navalhistory.gr/lexiko/πλαβα/