καρράκα
η, ουσ.
(ναυτ.) μεσαιωνικό εμπορικό ιστιοφόρο πλοίο.
Ετυμολογία
< γαλλ. caraque < αραβ. karraka.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρράκα», σ. 410. https://navalhistory.gr/lexiko/καρρακα/