λίμπο
το, ουσ.
(ναυτ.) πρόσκαιρο ξεφόρτωμα μέρους του φορτίου του πλοίου σε άλλα παραπλέοντα βοηθητικά σκάφη, όπως μαούνες, φορτηγίδες, λότκες και σλέπια, με στόχο τη μείωση του βυθίσματος για την ασφαλέστερη διέλευση του σκάφους από αβαθή ύδατα κόλπου, πορθμού ή διώρυγας ή ακόμα και σε περίπτωση προσάραξης.
Ετυμολογία
< ρωσικής προέλευσης λ., ή
ή < βενετ. libo.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λίμπο», σ. 485. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμπο/