navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόβα

κόβα

η, ουσ.

(ναυτ.) αλυσίδα ή σχοινί με τα οποία σηκώνονται οι κεραίες [= οριζόντιοι ιστοί που πάνω τους δένονται τα πανιά] των ιστιοφόρων πλοίων.

Ετυμολογία

< ιταλ. cova [= φωλιά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόβα», σ. 438. https://navalhistory.gr/lexiko/κοβα/