καβοντάργανο
Και: καβολάργανο
το, ουσ.
(ναυτ.)
- σχοινί σε μηχάνημα πλοίου που ανασύρει την άγκυρα
- μηχανή, κυρίως, ιστιοφόρου με την οποία ανασύρεται η άγκυρα, συνών. αργάτης, εργάτης.
Ετυμολογία
ίσως από το ιταλ. cavo d’ argano < γενουάτ. ή παλαιό. ιταλ. cavo [< λατιν. cavus = κοίλος] + άργανο [< ιταλ. argano = αργάτης, γερανός, μικρό βαρούλκο].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβοντάργανο, και καβολάργανο», σ. 381. https://navalhistory.gr/lexiko/καβονταργανο-και-καβολαργανο/