navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αμφιδετώ

αμφιδετώ

ρ. [μετβ.]

  1. στερεώνω κάτι και από τις δυο μεριές του
  2. συνδέω δύο μέρη μεταξύ τους
  3. στερεώνω, και κατ’ επέκταση ασφαλίζω, πλοίο με αμφιδέτηση
  4. (ναυτ.) ενώνω δύο μέρη της αλυσίδας με τη βοήθεια του αμφιδέτη.

Ετυμολογία

< αμφιδέτης [δες λ.].

Παράγωγα

αμφιδέτηση, αμφιδετικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αμφιδετώ», σ. 75. https://navalhistory.gr/lexiko/αμφιδετω/