αγκύλη
η, ουσ.
- (ανατ.) η κλείδωση του αγκώνα μας
- σύμβολο […] μαθηματικών και γλωσσικών εννοιών
- (ναυτ.) είδος θηλιάς, γάσα
- είδος χειρουργικής λαβίδας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀγκύλη < επίθ. ἀγκύλος < ομηρ. λ. ἄγκος [= καθετί καμπύλο ή κυρτό, καμπή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκύλη», σ. 37. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκυλη/