μάπα
η, ουσ.

- (ιστορ.) άσπρη σημαία που ύψωναν οι βυζαντινοί στον ιππόδρομο για την έναρξη των αγώνων
- (φυτολ.) [παρωχημένο – μσν.] λάχανο κατώτερης ποιότητας
- είδος σφουγγαρίστρας
- (μτφ.) πρόσωπο, συνών. φάτσα, μούρη
- οτιδήποτε είναι κακής ποιότητας ή άσχημο εμφανισιακά
- (ναυτ.) οποιοδήποτε είδος κουμπώματος που ασφαλίζει φορτίο ή όχημα σε κατάστρωμα ή αμπάρι, συνών. πόρπη [= 1. αγκράφα ζώνης, 6. (αρχαιολ.) α) τύπος κοσμήματος για τη σύνδεση του πέπλου με τον χιτώνα, β) γόμφος, ξύλινο ή μεταλλικό είδος καρφιού]
- χτύπημα με την παλάμη στο σβέρκο του άλλου, συνών. σφαλιάρα, φάπα, καρπαζιά.
Ετυμολογία
< μσν. < λατιν. mappa [= μαντίλι, (μσν.) πετσέτα φαγητού, πανί], [για την 4η ερμ.] < ιταλ. mappa [= χάρτης και σφαιρικός χάρτης της υδρογείου ή χάρτης του ουρανού].
Παράγωγα
μάπας.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μάπα», σσ. 501-502. https://navalhistory.gr/lexiko/μαπα/