navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χαβαλές

χαβαλές

ο, ουσ. [πληθ. χαβαλέδες]

  1. (για πρόσωπα) αυτός που του αρέσει να κάνει ή να δέχεται αστεϊσμούς, που συμπεριφέρεται με επιπολαιότητα έως ελαφρότητα, χαβαλετζής
  2. α) αστεϊσμοί, πειράγματα, ευχάριστη ατμόσφαιρα σε φιλική συντροφιά, ευχάριστη συζήτηση που, συνήθως, έχει μεγάλη χρονική διάρκεια, β) κατάσταση χαλαρότητας, γ) χαμένος χρόνος
  3. πρόκληση καταστροφών ή ενοχλητική οχλοβοή χωρίς λόγο, για πλάκα
  4. κάλυμμα επιφάνειας
  5. (ναυτ.) α) το επιπλέον φορτίο πλοίου, β) φορτίο τοποθετημένο επάνω στο κατάστρωμα, γ) υπερκατασκεύασμα
  6. αδιάφορος εργαζόμενος
  7. (μτφ.) α) [παρωχημένο] ενοχλητικό βάρος, β) ) [παρωχημένο] πρόσωπο ενοχλητικό
  8. (οικον.) τραπεζική επιταγή
  9. [παρωχημένο] το γνωστό σαμάρι των ιπποειδών ως κατάλληλο μέσο για τη φόρτωσή τους.

Ετυμολογία

< τουρκ. havale < αραβικής προέλευσης ḥawāla [= μεταβίβαση, ανταλλαγή].

Παράγωγα

[υποκορ.] χαβαλεδάκι, χαβαλετζής, χαβαλεδιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαβαλές», σ. 906. https://navalhistory.gr/lexiko/χαβαλεσ/