χαβαλές
ο, ουσ. [πληθ. χαβαλέδες]
- (για πρόσωπα) αυτός που του αρέσει να κάνει ή να δέχεται αστεϊσμούς, που συμπεριφέρεται με επιπολαιότητα έως ελαφρότητα, χαβαλετζής
- α) αστεϊσμοί, πειράγματα, ευχάριστη ατμόσφαιρα σε φιλική συντροφιά, ευχάριστη συζήτηση που, συνήθως, έχει μεγάλη χρονική διάρκεια, β) κατάσταση χαλαρότητας, γ) χαμένος χρόνος
- πρόκληση καταστροφών ή ενοχλητική οχλοβοή χωρίς λόγο, για πλάκα
- κάλυμμα επιφάνειας
- (ναυτ.) α) το επιπλέον φορτίο πλοίου, β) φορτίο τοποθετημένο επάνω στο κατάστρωμα, γ) υπερκατασκεύασμα
- αδιάφορος εργαζόμενος
- (μτφ.) α) [παρωχημένο] ενοχλητικό βάρος, β) ) [παρωχημένο] πρόσωπο ενοχλητικό
- (οικον.) τραπεζική επιταγή
- [παρωχημένο] το γνωστό σαμάρι των ιπποειδών ως κατάλληλο μέσο για τη φόρτωσή τους.
Ετυμολογία
< τουρκ. havale < αραβικής προέλευσης ḥawāla [= μεταβίβαση, ανταλλαγή].
Παράγωγα
[υποκορ.] χαβαλεδάκι, χαβαλετζής, χαβαλεδιάζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαβαλές», σ. 906. https://navalhistory.gr/lexiko/χαβαλεσ/