ανάρμενος
-η, -ο, επίθ.
(ναυτ.)
- [για πλοίο] αυτός που δεν έχει τα αναγκαία εφόδια ή τον κατάλληλο εξοπλισμό για την πραγματοποίηση του ταξιδιού
- [κυρίως για ιστιοφόρα] αυτός που δεν μπορεί να αποπλεύσει λόγω νηνεμίας ή κάποιας βλάβης.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀν-άρμενος, -ον, [= μη εξοπλισμένος, απροετοίμαστος] < ἀραρίσκω [= 1. συναρμόζω, αρμολογώ, χτίζω, 2. παρασκευάζω, προετοιμάζω, επινοώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάρμενος», σσ. 83-84. https://navalhistory.gr/lexiko/αναρμενοσ/