navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάρμενος

ανάρμενος

-η, -ο, επίθ.

(ναυτ.)

  1. [για πλοίο] αυτός που δεν έχει τα αναγκαία εφόδια ή τον κατάλληλο εξοπλισμό για την πραγματοποίηση του ταξιδιού
  2. [κυρίως για ιστιοφόρα] αυτός που δεν μπορεί να αποπλεύσει λόγω νηνεμίας ή κάποιας βλάβης.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀν-άρμενος, -ον, [= μη εξοπλισμένος, απροετοίμαστος] < ἀραρίσκω [= 1. συναρμόζω, αρμολογώ, χτίζω, 2. παρασκευάζω, προετοιμάζω, επινοώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάρμενος», σσ. 83-84. https://navalhistory.gr/lexiko/αναρμενοσ/