ναυτώνας
ο, ουσ.
- Ναυτικοί όροι
- από το 1871
(ναυτ.) οίκημα ή παροπλισμένο πλοίο σε ναύσταθμο, όπου στρατωνίζονται ναύτες του Πολεμικού Ναυτικού ή εργαζόμενοι της βάσης ή κάποιας άλλης ναυτικής υπηρεσίας, συνών. στρατώνας.
Ετυμολογία
< ναύτ(ης) < ναῦς [= πλοίο] + [κατάλ.] - ώνας, η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν του Άγγελου Βλάχου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτώνας», σ. 570. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτωνασ/