navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ε › έχμαση

έχμαση

η, ουσ. [σπάνιο]

(ναυτ.) α) η ασφάλιση των φορτίων και ειδικότερα το δέσιμο των φορτηγών στο χώρο υποδοχής και παρκαρίσματος εντός του οχηματαγωγού, β) ασφαλές δέσιμο [με έχμα] λέμβου σε πλοίο, ή γ) της άγκυρας, συνών. μποτσάρισμα.

Ετυμολογία

< αρχ. ἔχμα [δες λ.] + -ση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έχμαση», σ. 323. https://navalhistory.gr/lexiko/εχμαση/