navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › οδηγός

οδηγός

ο/η, ουσ.

οδηγός, εικόνα από το έντυπο
  1. αυτός που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή πλεούμενο ή αεροσκάφος, συνών. σοφέρ, καπετάνιος, πιλότος
  2. αυτός που προπορεύεται φανερώνοντας τον δρόμο στους άλλους, συνών. οδηγητής, προπομπός
  3. αυτός που ξεναγεί επισκέπτες, συνών. ξεναγός
  4. αυτός που καθοδηγεί με τις συμβουλές του άλλους για το πώς πρέπει να πράξουν, συνών. καθοδηγητής, συμβουλάτορας
  5. (στρατ.) αυτός που τίθεται επικεφαλής σε γυμναστική ή στρατιωτική παράταξη
  6. (ναυτ.) το πλοίο εκείνο που ηγείται ναυτικού σχηματισμού ή νηοπομπής
  7. εγχειρίδιο με χρήσιμες πληροφορίες
  8. (πληροφ.) συσκευή του υπολογιστή με την οποία πραγματοποιείται η διαδικασία της ανάγνωσης από μαγνητικούς οπτικούς δίσκους ή εγγραφής δεδομένων σε αυτούς ή σε μαγνητικές ταινίες κ.λπ. [< αγγλ. disk drive]
  9. εξάρτημα συστήματος ή υποδοχή που επιτρέπει την ανεμπόδιστη κίνηση, όπως για παράδειγμα στα κουρτινόξυλα, στις συρόμενες πόρτες και τα παράθυρα κ.λπ. (φρ.) «οδηγός αλυσίδας / σχοινιών / πλαισίου κ.λπ.».

Ετυμολογία

< μτγν. ὁδηγός < ὁδός + ἄγω.

Σύνθετα

μηχανοδηγός, συνοδηγός, εργοδηγός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οδηγός», σ. 596. https://navalhistory.gr/lexiko/οδηγοσ/