οδηγός
ο/η, ουσ.

- αυτός που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα ή πλεούμενο ή αεροσκάφος, συνών. σοφέρ, καπετάνιος, πιλότος
- αυτός που προπορεύεται φανερώνοντας τον δρόμο στους άλλους, συνών. οδηγητής, προπομπός
- αυτός που ξεναγεί επισκέπτες, συνών. ξεναγός
- αυτός που καθοδηγεί με τις συμβουλές του άλλους για το πώς πρέπει να πράξουν, συνών. καθοδηγητής, συμβουλάτορας
- (στρατ.) αυτός που τίθεται επικεφαλής σε γυμναστική ή στρατιωτική παράταξη
- (ναυτ.) το πλοίο εκείνο που ηγείται ναυτικού σχηματισμού ή νηοπομπής
- εγχειρίδιο με χρήσιμες πληροφορίες
- (πληροφ.) συσκευή του υπολογιστή με την οποία πραγματοποιείται η διαδικασία της ανάγνωσης από μαγνητικούς οπτικούς δίσκους ή εγγραφής δεδομένων σε αυτούς ή σε μαγνητικές ταινίες κ.λπ. [< αγγλ. disk drive]
- εξάρτημα συστήματος ή υποδοχή που επιτρέπει την ανεμπόδιστη κίνηση, όπως για παράδειγμα στα κουρτινόξυλα, στις συρόμενες πόρτες και τα παράθυρα κ.λπ. (φρ.) «οδηγός αλυσίδας / σχοινιών / πλαισίου κ.λπ.».
Ετυμολογία
< μτγν. ὁδηγός < ὁδός + ἄγω.
Σύνθετα
μηχανοδηγός, συνοδηγός, εργοδηγός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «οδηγός», σ. 596. https://navalhistory.gr/lexiko/οδηγοσ/