θρίος
ο, ουσ.
(ναυτ.) καθένα από τα ακραία σχοινιά που συγκρατούν τα τετράγωνα πανιά ιστιοφόρου πλοίου, συνών. σκοτίνα [δες λ.].
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου, ίσως από το αρχ. θρῖον [= φύλλο συκιάς].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «θρίος», σ. 359. https://navalhistory.gr/lexiko/θριοσ/