navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανακωχή

ανακωχή

η, ουσ.

  1. (στρατ.) προσωρινή συμφωνία των εμπολέμων για διακοπή των μαχών
  2. (ναυτ.) α) στάσιμη πλεύση των λέμβων αντίθετη προς τη διεύθυνση του ανέμου, β) σε μηχανοκίνητο σκάφος είναι η πλεύση με μικρή ταχύτητα.

Ετυμολογία

< μτγν. ἀνακωχή < αρχ. ἀνοκωχή [= ανοχή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακωχή», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακωχη/