navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συρτή και σουρτή

συρτή

Και: σουρτή

η, ουσ.

(ναυτ.) αλιευτικό εργαλείο, που αποτελείται από μακρύ νήμα και δολωμένα αγκίστρια στην μία άκρη.

Ετυμολογία

< θηλ. του επιθ. συρτός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συρτή και σουρτή», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρτη-και-σουρτη/