καραμποτίνι
το, ουσ. [παρωχημένο]
(ναυτ.) δικτυωτό σε πόρτα ή ως προστατευτικό μέσο [μακρόστενο δίχτυ] μεταξύ κάθετων κοντών ιστών, στο χώρο του καταστρώματος.
Ετυμολογία
< ιταλ. carabottino [= κιγκλίδωμα, παραπέτο]. «Μα η θάλασσα ερχόταν από παντού βίαιη. Τα ογκώδη κύματα καβαλούσαν κουπαστές και παραπέτα. Και με το σκαμπανέβασμα καβαλούσαν το καραμποτίνι και ρολαριστά έσπαγαν στα καλύμματα των αμπαριών και τις υπερκατασκευές του σκάφους. Ακόμα και οι κυματισμοί από πρύμνα περνούσαν τους αλουέδες και κτυπούσαν τα πίσω αμπάρια! Και το κακό έγινε!».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραμποτίνι», σσ. 406-407. https://navalhistory.gr/lexiko/καραμποτινι/