navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναυτομεσιτεία

ναυτομεσιτεία

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(ναυτ.) μη νόμιμη επαγγελματική δράση κατά την οποία, κάποιος (ίσως ναυτομεσίτης, ίσως και πρόσωπο που δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις [δηλ. άδεια άσκησης επαγγέλματος]) δραστηριοποιείται τροφοδοτώντας με ανέργους ναυτικούς τον πλοιοκτήτη ή τη ναυτική εταιρεία που εκμεταλλεύεται το σκάφος.

Ετυμολογία

< ναυτομεσίτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτομεσιτεία», σ. 569. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτομεσιτεια/