καπάδικο
το, ουσ.
(ναυτ.) είδος σφουγγαριού, σχεδόν σφαιρικό, με τραχιά την κάτω επιφάνειά του, το χρώμα του σκούρο καφέ, αλιεύεται σε βάθη από 9 έως 80 μ.
Ετυμολογία
< ιταλ. και λατιν. cappa [= κάλυμμα κεφαλής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καπάδικο», σ. 402. https://navalhistory.gr/lexiko/καπαδικο/