τύλος
ο, ουσ.
- (ιατρ.) κάλος, εξόγκωμα του δέρματος που εμφανίζεται, κυρίως στα άκρα, στα χέρια ή στα πόδια, συνών. ο ρόζος
- (ειδικότ.) η καμπούρα της καμήλας
- (γενικότ.) κάθε εξόγκωμα
- (ναυτ.) κατασκευή, από ξύλο ή μέταλλο, που χρησιμοποιείται για την πρόσδεση καλωδίων του πλοίου, συνών. τάκος.
Ετυμολογία
< αρχ. τύλη ή τύλος, ὁ, [= 1. ρόζος ή κάλος, 2. ο εξογκωμένος σύρτης, καρφί με κεφάλι, ξυλοκάρφι που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική, κεφαλή βίδας].
Παράγωγα
[αρχ.] τυλῶ [= κάνω κάτι σκληρό σαν κάλο].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τύλος», σ. 855. https://navalhistory.gr/lexiko/τυλοσ/