navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τύλος

τύλος

ο, ουσ.

  1. (ιατρ.) κάλος, εξόγκωμα του δέρματος που εμφανίζεται, κυρίως στα άκρα, στα χέρια ή στα πόδια, συνών. ο ρόζος
  2. (ειδικότ.) η καμπούρα της καμήλας
  3. (γενικότ.) κάθε εξόγκωμα
  4. (ναυτ.) κατασκευή, από ξύλο ή μέταλλο, που χρησιμοποιείται για την πρόσδεση καλωδίων του πλοίου, συνών. τάκος.

Ετυμολογία

< αρχ. τύλη ή τύλος, ὁ, [= 1. ρόζος ή κάλος, 2. ο εξογκωμένος σύρτης, καρφί με κεφάλι, ξυλοκάρφι που χρησιμοποιείται στη ναυπηγική, κεφαλή βίδας].

Παράγωγα

[αρχ.] τυλῶ [= κάνω κάτι σκληρό σαν κάλο].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τύλος», σ. 855. https://navalhistory.gr/lexiko/τυλοσ/