παράσειο(ν)
το, ουσ.
- (ναυτ.) μικρή έγχρωμη σημαία που είναι σχισμένη στα δύο στην άκρη, χρησιμοποιείται για διακοσμητικούς λόγους ή για επικοινωνία με σήματα στον στρατό ή στο ναυτικό, επίσης στολίζει τις λόγχες των ιππέων ή τις σάλπιγγες
- (αρχ.) α) μακρόστενη σημαία που τοποθετείται στην κορυφή του ιστού πλοίου για διακόσμηση, β) το ανώτατο ιστίο πλοίου.
Ετυμολογία
< παρ(α)- + σείω [= κουνώ, ανακινώ, ταλαντεύω, ταρακουνώ, δονώ].
Σύνθετα
παρασειοφόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «παράσειο(ν)», σ. 634. https://navalhistory.gr/lexiko/παρασειον/