μποτζάρω
Και: ποντζάρω
ρ. [μετβ.]
(ναυτ.) α) ταλαντεύομαι από τα κύματα που έρχονται από το πλάι, συνών. πάλλομαι, λικνίζομαι, τραμπαλίζομαι, β) στρέφω την πρύμνη προς τον άνεμο, αντών. ορτσάρω.
Ετυμολογία
< βενετ. bozzar (-ω) < bozza [= σκοινί που σφίγγουν τη γούμενα].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «μποτζάρω και ποντζάρω», σ. 550. https://navalhistory.gr/lexiko/μποτζαρω-και-ποντζαρω/