navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ν › ναυτίλλομαι

ναυτίλλομαι

ρ. [αμετβ.]

(ναυτ.)

  1. ταξιδεύω με πλοίο, συνών. ναυσιπλοώ, θαλασσοπορώ, ποντοπορώ, θαλασσοδέρνομαι
  2. (η μτχ. ως ουσ.) ναυτιλλόμενος, ο επαγγελματίας ναυτικός, ο ναυτίλος, (φρ.) «οδηγίες προς ναυτιλλομένους», οδηγίες προς τους ναυτικούς για ασφαλή πλεύση.

Ετυμολογία

< αρχ. ναυτίλλομαι.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτίλλομαι», σσ. 567-568. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτιλλομαι/