ναυτίλλομαι
ρ. [αμετβ.]
(ναυτ.)
- ταξιδεύω με πλοίο, συνών. ναυσιπλοώ, θαλασσοπορώ, ποντοπορώ, θαλασσοδέρνομαι
- (η μτχ. ως ουσ.) ναυτιλλόμενος, ο επαγγελματίας ναυτικός, ο ναυτίλος, (φρ.) «οδηγίες προς ναυτιλλομένους», οδηγίες προς τους ναυτικούς για ασφαλή πλεύση.
Ετυμολογία
< αρχ. ναυτίλλομαι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ναυτίλλομαι», σσ. 567-568. https://navalhistory.gr/lexiko/ναυτιλλομαι/