νεώριο
το, ουσ.
(ναυτ.) ειδικός χώρος στην ακτή του λιμανιού στον οποίο κατασκευάζονται ή επισκευάζονται εμπορικά ή πολεμικά πλοία, χώρος ναυστάθμου, συνών. ταρσανάς, ναυπηγείο.
Ετυμολογία
< αρχ. νεώριον, υποκ. του νεωρός [= πολεμικός λιμένας, ναύσταθμος] < ναῦς [= πλοίο], γεν. νεώς + ὁράω, -ῶ, [= βλέπω, θωρώ, κοιτάζω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Από τον Τύπο
«Το Νεώριο της Σύρου είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική μονάδα της Ερμούπολης και ένα από τα παλαιότερα μηχανουργεία της Ελλάδας. Ήταν και εξακολουθεί να είναι, επίσης, μια επιχείρηση ζωτικής σημασίας για το νησί της Σύρου, τόσο λόγω των υπηρεσιών και των εσόδων που προσφέρει στο νησί, όσο και λόγω των θέσεων εργασίας που παρέχει για τους ντόπιους».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεώριο», σ. 574. https://navalhistory.gr/lexiko/νεωριο/