navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ι › ιστιοπλοΐα

ιστιοπλοΐα

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

(ναυτ.) η πλεύση με ιστιοφόρο σκάφος, σε θάλασσα ή σε λίμνη, αξιοποιώντας τη δύναμη του ανέμου, συνών. αρμένισμα, ιστιοδρομία.

Ετυμολογία

< ιστιοπλοώ δες λ.].

Παράγωγα

ιστιοπλοϊκός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ιστιοπλοΐα», σ. 374. https://navalhistory.gr/lexiko/ιστιοπλοια/