navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απίκο(υ)

απίκο(υ)

επίρρ.

  1. (ναυτ.) [λαϊκ.] θέση της άγκυρας μέσα στο βυθό όταν η αλυσίδα είναι κατακόρυφη
  2. (μτφ.) [είμαι απίκος] α) έτοιμος για αναχώρηση, β) βρίσκομαι σε ετοιμότητα.

Ετυμολογία

< ιταλ. a picco [= καθέτως].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απίκο(υ)», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απικου/