απίκο(υ)
επίρρ.
- (ναυτ.) [λαϊκ.] θέση της άγκυρας μέσα στο βυθό όταν η αλυσίδα είναι κατακόρυφη
- (μτφ.) [είμαι απίκος] α) έτοιμος για αναχώρηση, β) βρίσκομαι σε ετοιμότητα.
Ετυμολογία
< ιταλ. a picco [= καθέτως].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απίκο(υ)», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απικου/