navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πίκι

πίκι

το, ουσ.

(ναυτ.) κυλινδρική κεραία [κοντάρι] για τη στερέωση των ιστίων [των πανιών] που έχουν τραπεζοειδές σχήμα, αλλιώς: κέρας το οποίο εκτείνεται από την κορυφή του άλμπουρου σε διαφορετικές διαστάσεις, (φρ.) «πλωριό ή πρυμιό πίκι».

Ετυμολογία

< ιταλ. picchi, πληθ. του piccο [= κορυφή βουνού - κέρας] < λατιν. pic(c)us.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πίκι», σ. 663. https://navalhistory.gr/lexiko/πικι/