navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πέτασμα

πέτασμα

το, ουσ.

  1. διαχωριστικό κάλυμμα, παραβάν
  2. (ναυτ.) το σύνολο των ανοιγμένων πανιών ενός ιστιοφόρου σκάφους κατά τη διάρκεια της ιστιοδρομίας, βελάγιο.

Ετυμολογία

< αρχ. πέτασμα[= οτιδήποτε απλώνεται, (πληθ.) χαλιά, καλύμματα] < πετάννυμι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πέτασμα», σ. 657. https://navalhistory.gr/lexiko/πετασμα/