navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λαιμός

λαιμός

ο, ουσ.

  1. (ανατ.) το μέρος του σώματος που ενώνει το κεφάλι με τον κορμό, συνών. τράχηλος
  2. (ενδυμ.) το μέρος του ρούχου που περιβάλλει την παραπάνω περιοχή
  3. το λεπτό μέρος του μπουκαλιού ή της κανάτας που μεσολαβεί ανάμεσα στο στόμιο και τον κυρίως κορμό
  4. (ναυτ.) α) ισθμός μικρής χερσονήσου, β) το πάνω άκρο της στήλης ιστού των ιστιοφόρων σκαφών, κοινώς: κολομπίρι.

Ετυμολογία

< αρχ. λαιμός.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λαιμός», σ. 473. https://navalhistory.gr/lexiko/λαιμοσ/